Βασιλική Π. Μελέτη: Η έμφυλη βία ως νομικό και θεσμικό διακύβευμα
- Post by Βασιλική Μελέτη
- 03/01/2026

Αντίστοιχα κενά εντοπίζονται και στην πρόσβαση των θυμάτων στη δικαιοσύνη. Παρότι το ευρωπαϊκό δίκαιο αναγνωρίζει διακριτά δικαιώματα —όπως έγκαιρη διερεύνηση, ενημέρωση, υποστήριξη και προστατευτικά μέτρα— η εφαρμογή τους στη χώρα παραμένει συχνά ανεπαρκής. Καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης, περιορισμένη εξειδίκευση, ασυνέχεια μεταξύ υπηρεσιών και ελλιπής ενημέρωση των θυμάτων οδηγούν σε θεσμική εξουθένωση. Αν μια γυναίκα χρειάζεται μήνες ή χρόνια για να εξασφαλίσει προστασία, το κράτος δικαίου παύει να λειτουργεί ισότιμα. Η καθυστέρηση, ιδίως σε υποθέσεις με υψηλό κίνδυνο, ισοδυναμεί ουσιαστικά με άρνηση δικαιοσύνης.
Παράλληλα, η αυτοδιοίκηση καλείται να επιτελέσει καθοριστικό ρόλο στην αλυσίδα πρόληψης και υποστήριξης. Οι τοπικές δομές συμβουλευτικής, οι κοινωνικές υπηρεσίες, τα δίκτυα υποστήριξης και τα προγράμματα ευαισθητοποίησης αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας, εκεί όπου η θεωρία του νόμου συναντά την πράξη. Όταν λειτουργούν συντονισμένα και με επαρκείς πόρους, καταγράφεται αύξηση των αναφορών, καλύτερη διασύνδεση με τις διωκτικές αρχές και έγκαιρη ενεργοποίηση προστατευτικών μέτρων. Όταν όμως υπολειτουργούν, η κρατική πολιτική αποδυναμώνεται και η βία αποκτά χώρο.
Το πεδίο όπου οι θεσμικές αδυναμίες καθίστανται πιο εμφανείς είναι η ψηφιακή βία. Η ταχύτητα διάδοσης, ο όγκος περιεχομένου και η δυσκολία απόσυρσης επιβαρυντικού υλικού δημιουργούν νέους κινδύνους για τα θύματα, που συνήθως είναι γυναίκες και νεαρά κορίτσια. Στον χώρο αυτό, η ανάγκη για άμεση ενεργοποίηση μηχανισμών προστασίας είναι επιτακτική. Η ευρωπαϊκή πρακτική προωθεί την ανάπτυξη εργαλείων αξιολόγησης κινδύνου που καθοδηγούν τις αρχές σε πραγματικό χρόνο. Η υιοθέτηση τέτοιων συστημάτων αποτελεί κρίσιμη εξέλιξη και για την Ελλάδα, διότι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά και να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.
Τα στατιστικά στοιχεία που προκύπτουν από ευρωπαϊκές και εθνικές εκθέσεις είναι αποκαλυπτικά. Η αύξηση των αναφορών δεν υποδηλώνει μόνο έξαρση της βίας· υποδηλώνει και αύξηση της ορατότητας. Τα περισσότερα περιστατικά αφορούν ενδοοικογενειακό περιβάλλον, όπου ο δράστης αξιοποιεί σχέσεις εξουσίας, οικονομικής εξάρτησης και κοινωνικής σιωπής. Η ψηφιακή βία αυξάνεται σταθερά, ενώ οι νεότερες γυναίκες εμφανίζονται πιο εκτεθειμένες σε διαδικτυακές απειλές. Παράλληλα, η υψηλή απόσυρση καταγγελιών, οι ελλείψεις υποστηρικτικών δομών και η άνιση πρόσβαση σε υπηρεσίες επιβεβαιώνουν ότι τα θεσμικά εργαλεία παραμένουν συχνά ανεπαρκή.
Η έμφυλη βία, επομένως, δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένη από το συνολικό θεσμικό πλαίσιο. Απαιτεί ένα συνεκτικό σύστημα κανόνων, διαδικασιών και εγγυήσεων, όπου το δίκαιο αναγνωρίζει τη διάσταση του φύλου όχι ως παρεμπίπτον στοιχείο, αλλά ως κεντρικό παράγοντα. Απαιτεί επίσης πολιτισμική μεταβολή. Η κοινωνική ανοχή σε σεξιστικές αναπαραστάσεις, η κανονικοποίηση της κτητικότητας και η μετατόπιση της ευθύνης στο θύμα τροφοδοτούν έναν κύκλο βίας που, όσο δεν αμφισβητείται, αναπαράγεται. Η αλλαγή δεν επιτυγχάνεται μόνο με την ψήφιση νόμων. Χρειάζεται πολιτική βούληση, εκπαίδευση, θεσμική συνέπεια και συλλογική προθυμία να αντιμετωπιστεί η ανισότητα στον πυρήνα της.
Η υπόθεση της Γαρυφαλλιάς υπενθυμίζει ότι η έμφυλη βία δεν είναι μια εξαίρεση. Είναι ένας καθρέφτης των θεσμικών μας ορίων. Η ισότητα δεν αποτελεί φιλολογική διακήρυξη ούτε πολιτική ευπρέπεια· αποτελεί νομική υποχρέωση του κράτους. Όσο το φύλο συνεχίζει να καθορίζει τον κίνδυνο, την ευαλωτότητα και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, καμία δημοκρατία δεν μπορεί να θεωρείται πλήρης. Η αντιμετώπιση της βίας απαιτεί συνεκτική στρατηγική, επαρκείς πόρους και διαρκή παρακολούθηση. Αλλά απαιτεί επίσης την απλή, αδιαπραγμάτευτη αρχή ότι κάθε γυναίκα έχει δικαίωμα να ζει ελεύθερη από φόβο, καταναγκασμό και σιωπή.

Μελέτη Β., Παπακωνσταντίνου Π., Νικολόπουλος Π.: «Φύλο, Κρίση και Ευρωπαϊκή Ένωση», Writers International Edition (2026)
Με συγκίνηση και αίσθημα ευθύνης παρουσιάζουμε το νέο μας βιβλίο, «Φύλο, Κρίση και Ευρωπαϊκή Ένωση», ένα έργο που γεννήθηκε μέσα από μακρόχρονη έρευνα, προβληματισμό, αμέτρητες ώρες μελέτης και μοναχικής συγγραφικής εργασίας.
Στις σελίδες του επιχειρείται μια ουσιαστική προσέγγιση των σύνθετων ζητημάτων που αφορούν τη θέση των γυναικών και των έμφυλων ταυτοτήτων στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Παρά τις σημαντικές κοινωνικές και θεσμικές κατακτήσεις των τελευταίων δεκαετιών, οι ανισότητες εξακολουθούν να υφίστανται, συχνά με τρόπους λιγότερο εμφανείς αλλά εξίσου καθοριστικούς για τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.
Το βιβλίο εξετάζει πώς οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές κρίσεις επηρεάζουν διαφορετικά τα άτομα ανάλογα με το φύλο τους, ενώ παράλληλα αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν παράγοντες, όπως η κοινωνική τάξη, η εθνική ή πολιτισμική καταγωγή, η αναπηρία και ο σεξουαλικός προσανατολισμός. Μέσα από αυτή τη διαθεματική οπτική, επιχειρείται να φωτιστεί η πολυπλοκότητα των μορφών αποκλεισμού και ανισότητας.
Η κεντρική μας θέση είναι ότι οι διακρίσεις δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά βαθιά ριζωμένους μηχανισμούς που διαμορφώνουν κοινωνικές συμπεριφορές, θεσμούς και πολιτικές. Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαμόρφωση μιας δικαιότερης και περισσότερο συμπεριληπτικής κοινωνίας.
Το έργο αυτό δεν αποτελεί μόνο ένα επιστημονικό εγχείρημα. Είναι ταυτόχρονα μια κατάθεση σκέψης, αγωνίας και ελπίδας. Μια προσπάθεια να συμβάλουμε στο δημόσιο διάλογο για την ισότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία στην Ευρώπη του 21ου αιώνα.
Θα θέλαμε να εκφράσουμε τις θερμές μας ευχαριστίες στη Ζέφη Δημαδάμα Zefi Dimadama, τ. Γενική Γραμματέα Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και διδάσκουσα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, για την επιστημονική της συμβολή και την εμπιστοσύνη που έδειξε στο εγχείρημά μας. Θερμές ευχαριστίες και στην Ειρήνη Ντούρα Καββαδία για την εμπιστοσύνη, τη στήριξη και την πολύτιμη συμβολή της στην πορεία αυτού του εγχειρήματος. Παράλληλα, ευχαριστούμε θερμά τον εκδοτικό μας οίκο για την άψογη συνεργασία και τη φροντίδα με την οποία αγκάλιασε και ανέδειξε το έργο μας.
Ευχόμαστε το βιβλίο αυτό να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο γνώσης, προβληματισμού και ευαισθητοποίησης για κάθε αναγνώστη και αναγνώστρια που αναζητά μια βαθύτερη κατανόηση των προκλήσεων που εξακολουθούν να συνοδεύουν το ζήτημα της ισότητας των φύλων στη σύγχρονη Ευρώπη