12 Απριλίου
Ευχαριστώ θερμά την κ. Aristea Derveni για τη φιλοξενία.
• Μπορείτε να μας μιλήσετε για την πορεία σας από τη μελέτη της κοινωνικής πολιτικής έως τη σημερινή σας δραστηριότητα στην κοινωνία και την πολιτική;
Η αφετηρία υπήρξε ακαδημαϊκή, με αντικείμενο διατριβής μου την Κοινωνική Πολιτική, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησα ότι η γνώση δεν πρέπει να παραμένει θεωρητική. Η κοινωνική πολιτική δεν είναι αφηρημένη επιστήμη: είναι το πεδίο όπου δοκιμάζεται καθημερινά η ποιότητα της δημοκρατίας. Η ενασχόλησή μου με τα ζητήματα ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και θεσμικής προστασίας των δικαιωμάτων με οδήγησε κατόπιν στη δημόσια σφαίρα. Σήμερα, δραστηριοποιούμαι πολιτικά στη Γραμματεία του Τομέα Ισότητας του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, είμαι αιρετή στην Τ.Ο. ΠΑΣΟΚ Νέας Ιωνίας και υποψήφια στο Συνέδριο του Μαρτίου 2026, ενώ παράλληλα συμμετέχω στη Δημοτική Επιτροπή Ισότητας του Δήμου Νέας Ιωνίας ως επιστημονική πραγματογνώμων. Για μένα, η πολιτική είναι προέκταση της επιστημονικής ευθύνης. Η μετάβαση από τη μελέτη στην πράξη δεν ήταν αλλαγή πορείας, αλλά φυσική συνέχεια.
• Πώς διαμορφώθηκε η επιστημονική σας ενασχόληση με τα ζητήματα ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης;
Η ενασχόλησή μου διαμορφώθηκε μέσα από τη μελέτη των κοινωνικών ανισοτήτων κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Εκεί κατέστη σαφές ότι οι κρίσεις δεν είναι ουδέτερες ως προς το φύλο. Οι γυναίκες επηρεάζονται δυσανάλογα, τόσο στην αγορά εργασίας όσο και στο πεδίο της φροντίδας και της αόρατης εργασίας. Το τελευταίο μάλιστα βιβλίο μου «Φύλο, Κρίση και Ευρωπαϊκή Ένωση», από τις Εκδόσεις Writers International Edition, ανέδειξε ακριβώς αυτή τη διάσταση: ότι η ισότητα των φύλων δεν είναι ένα δευτερεύον κοινωνικό αίτημα, αλλά θεμελιώδης προϋπόθεση για τη δημοκρατική σταθερότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη της Ευρώπης. Η επιστημονική μου πορεία διαμορφώθηκε μέσα από την πεποίθηση ότι χωρίς έμφυλη οπτική, οι πολιτικές παραμένουν ελλιπείς.
• Στο βιογραφικό σας αναφέρεται η έρευνά σας για τις «Έμφυλες διακρίσεις στον τραπεζικό κλάδο». Πώς αντικατοπτρίζονται οι διακρίσεις αυτές στην ελληνική αγορά εργασίας σήμερα;
Η επαγγελματική μου διαδρομή ξεκίνησε στον τραπεζικό τομέα, όπου υπηρέτησα επί σειρά ετών και εξελέγην συνδικαλιστική εκπρόσωπος τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο σωματείο. Η εμπειρία αυτή μού προσέφερε άμεση γνώση των έμφυλων ανισοτήτων στον εργασιακό χώρο και ενίσχυσε τη μετέπειτα ερευνητική και συγγραφική μου ενασχόληση με τις διακρίσεις στην αγορά εργασίας.
Οι έμφυλες διακρίσεις δεν εμφανίζονται πλέον με τον ωμό και εμφανή τρόπο του παρελθόντος. Σήμερα είναι πιο «δομικές» και συχνά πιο αόρατες. Στην έρευνά μου για τον τραπεζικό κλάδο καταγράφηκαν φαινόμενα κάθετου και οριζόντιου επαγγελματικού διαχωρισμού: γυναίκες συγκεντρωμένες σε θέσεις χαμηλότερης ιεραρχίας, περιορισμένη πρόσβαση σε θέσεις ευθύνης και έμμεσες μορφές αποκλεισμού από κέντρα λήψης αποφάσεων. Αντίστοιχα φαινόμενα παρατηρούνται ευρύτερα στην ελληνική αγορά εργασίας: μισθολογικό χάσμα, δυσανάλογη επιβάρυνση με απλήρωτη φροντίδα, επισφαλείς μορφές απασχόλησης. Η ισότητα στην εργασία δεν είναι μόνο θέμα δικαιωμάτων· είναι ζήτημα οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής συνοχής.
• Ως συγγραφέας του βιβλίου «Έμφυλη Βία: Από τη ρητορική στη βίαιη πράξη», ποια θεωρείτε ότι είναι τα βασικότερα εμπόδια για μια κοινωνία χωρίς έμφυλη βία;
Το βασικότερο εμπόδιο είναι η πολιτισμική κανονικοποίηση της βίας. Όταν η κοινωνία αντιμετωπίζει την κακοποίηση ως «ιδιωτική υπόθεση» ή αναζητά ελαφρυντικά στο θύτη, η βία αναπαράγεται. Επιπλέον, εμπόδιο αποτελεί η ελλιπής διασύνδεση θεσμών: κοινωνικές υπηρεσίες, δικαιοσύνη, αστυνομία, εκπαίδευση. Η πρόληψη και η προστασία απαιτούν ολιστική προσέγγιση. Η μετάβαση «από τη ρητορική στη βίαιη πράξη» δεν είναι θεωρητικό σχήμα· είναι μια διαδικασία κλιμάκωσης που μπορεί να ανακοπεί μόνο με έγκαιρη θεσμική παρέμβαση.
• Εργάζεστε στο χώρο των δικαστηρίων, αλλά ταυτόχρονα δραστηριοποιείστε ως επιστημονική σύμβουλος σε δημοτική παράταξη. Πώς συνδέετε την εμπειρία σας στον εργασιακό χώρο με την πολιτική σας δράση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση;
Η εμπειρία μου στο Πρωτοδικείο Αθηνών μου επιτρέπει να βλέπω τις κοινωνικές παθογένειες στο τελικό τους στάδιο: όταν η ανισότητα μετατρέπεται σε δικαστική υπόθεση. Εκεί όπου οι αριθμοί γίνονται πρόσωπα και οι στατιστικές αποκτούν ανθρώπινη φωνή. Πίσω από κάθε δικόγραφο κρύβεται μια ιστορία αποκλεισμού, αδιεξόδου ή άνισης αφετηρίας. Η Δικαιοσύνη καλείται τότε να αποκαταστήσει μια ισορροπία που η κοινωνία δεν κατάφερε να διασφαλίσει εγκαίρως. Γι’ αυτό και πιστεύω βαθιά ότι ο ρόλος μας δεν περιορίζεται στην εφαρμογή του νόμου· οφείλουμε να αναδεικνύουμε τις ρίζες των προβλημάτων και να συμβάλλουμε, με λόγο και πράξη, σε πολιτικές που προλαμβάνουν αντί να θεραπεύουν.
Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, μέσω της Δημοτικής Επιτροπής Ισότητας, της οποίας διατελώ μέλος, επιχειρούμε να παρέμβουμε προληπτικά. Η σύνδεση είναι σαφής: η Δικαιοσύνη αντιμετωπίζει τις συνέπειες· η πολιτική οφείλει να θεραπεύει τις αιτίες. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση βρίσκεται πιο κοντά στον πολίτη, αφουγκράζεται εγκαίρως τα σημάδια της κοινωνικής πίεσης και μπορεί να σχεδιάσει στοχευμένες δράσεις στήριξης, ενημέρωσης και ενδυνάμωσης. Από την πρόληψη της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας έως τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών στην εργασία και στην εκπαίδευση, η παρέμβαση σε τοπικό επίπεδο μπορεί να αποτρέψει τη διολίσθηση των προβλημάτων σε δικαστικές διαμάχες.
• Τι ρόλο μπορεί να παίξει η πολιτική και νομοθετική παρέμβαση στην αντιμετώπιση φαινομένων όπως η ενδοοικογενειακή βία και η γυναικοκτονία;
Η πολιτική και νομοθετική παρέμβαση είναι καθοριστική. Χρειαζόμαστε σαφή νομικό ορισμό, αυστηρή εφαρμογή των μέτρων προστασίας και επαρκή χρηματοδότηση δομών στήριξης θυμάτων. Η γυναικοκτονία, ως ακραία μορφή έμφυλης βίας, δεν είναι «έγκλημα πάθους» αλλά αποτέλεσμα δομικής ανισότητας. Η Πολιτεία οφείλει να αναγνωρίζει αυτή τη διάσταση, τόσο σε επίπεδο ποινικής αντιμετώπισης όσο και σε επίπεδο πρόληψης.
• Υπάρχουν συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα που θεωρείτε κρίσιμα για την ισότητα των φύλων;
Κρίσιμα μέτρα είναι η ουσιαστική εφαρμογή της ίσης αμοιβής για ίση εργασία, η ενίσχυση της συμφιλίωσης επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, η υποχρεωτική εκπαίδευση επαγγελματιών πρώτης γραμμής σε θέματα έμφυλης βία και η ενίσχυση ποσοστώσεων όπου απαιτείται, ώστε να διασφαλιστεί ισότιμη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων. Η ισότητα δεν επιτυγχάνεται μόνο με διακηρύξεις· απαιτεί μηχανισμούς παρακολούθησης και λογοδοσίας. Τα αναφέρω όλα αναλυτικά στο βιβλίο μου «Έμφυλα Πρόσωπα σε Κρίση: Η Ισότητα των Φύλων στην Επαγγελματική και την Πολιτική Ζωή» από τις Εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ.
• Πώς βλέπετε το ρόλο της εκπαίδευσης, της κοινωνικής ευαισθητοποίησης και των μέσων ενημέρωσης στην αλλαγή νοοτροπίας γύρω από τα έμφυλα στερεότυπα;
Η εκπαίδευση είναι το θεμέλιο. Τα στερεότυπα διαμορφώνονται από πολύ μικρή ηλικία. Εάν δεν ενταχθεί η έμφυλη ισότητα ως διακριτό πεδίο μάθησης, η κοινωνία θα συνεχίσει να αναπαράγει παρωχημένα πρότυπα. Τα μέσα ενημέρωσης διαδραματίζουν επίσης καθοριστικό ρόλο. Ο τρόπος παρουσίασης μιας υπόθεσης έμφυλης βίας μπορεί είτε να ενισχύσει τη συνείδηση είτε να αναπαράγει στερεοτυπικές αφηγήσεις. Η ευθύνη είναι συλλογική.
• Τι φοβάστε περισσότερο;
Φοβάμαι την κοινωνική αδιαφορία. Όχι τη διαφωνία — η δημοκρατία προϋποθέτει διάλογο. Αλλά την αδιαφορία απέναντι στην αδικία. Όταν η βία ή η ανισότητα αντιμετωπίζονται ως «φυσική κατάσταση», τότε η δημοκρατία αποδυναμώνεται. Η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας είναι να μην συνηθίσουμε αυτό που δεν πρέπει ποτέ να γίνει κανονικότητα.
Η ανοχή στο άδικο δεν είναι ουδετερότητα· είναι σιωπηρή συνενοχή. Κάθε φορά που αποστρέφουμε το βλέμμα, αποδυναμώνουμε τον κοινωνικό ιστό και περιορίζουμε τον χώρο της συλλογικής ευθύνης. Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από τις ακραίες φωνές, αλλά και από τη σιωπή των πολλών.
Χρειαζόμαστε μια κοινωνία ενεργών πολιτών, που αντιδρούν, συμμετέχουν και διεκδικούν. Μια κοινωνία που δεν συμβιβάζεται με το “έτσι είναι τα πράγματα”, αλλά τολμά να πει “έτσι δεν πρέπει να είναι”. Γιατί η πρόοδος ξεκινά πάντα από την άρνηση να αποδεχθούμε την αδικία ως αναπόφευκτη.